|
 |
H ΠPAΓMATIKH ΔIAΣTAΣH THΣ ΨHΦIAKHΣ TEXNOΛOΓIAΣ
ΣTHN APXITEKTONIKH ΣYNΘEΣH
'Confusion of goals and perfection of means seems, in my opinion, to characterize our age'. Albert Einstein
'Οι αρχιτεκτονικές ουτοπίες φαίνεται να ανήκουν στο μέλλον γιατί απλά δεν ανήκουν στο παρόν. Ουσιαστικά είναι αμφίβολο κατά πόσο θέλουν να αλλάξουν το παρόν. Περιγράφουν τρόπους και μοντέλα χωρίς διαδικασίες. Οι αρχιτεκτονικές προτάσεις τους βασίζονται στην φαντασία και μόνον. Προτείνουν κατασκευές τεχνολογικών φαντασιώσεων, φορμαλιστικά σχήματα και αναπαραστάσεις γιά ακαθόριστα και αόριστα προβλήματα. Ανάγουν την συνθετότητα των υπαρχόντων προβλημάτων σε απλές και απόλυτες αρχές. Συγχέουν και μιμούνται αμήχανα αρχιτεκτονικές μορφές και αστικούς χώρους προκαπιταλιστικών κοινωνιών και συχνά παρερμηνεύουν τo πρόβλημα/αίτημα της στέγασης των υπανάπτυκτων καπιταλιστικών κοινωνιών, (όπως πχ το ζήτημα της αυτοστέγασης) ενώ αποτυγχάνουν να συλλάβουν τον οικονομικό παράγοντα στην πραγματοποίηση των προτάσεών τους. Χαρακτηριστικό των ουτοπιών αυτών είναι ότι υποκαθιστούν την επιστημονική προσέγγιση συγκεκριμμένων προβλημάτων και ταυτόχρονα βρίσκονται σε αντίθεση με αυτήν. Αντί οι προτάσεις τους να βασίζονται στην ανάλυση του πραγματικού, κατασκευάζουν ιδεώδη σχήματα κατευθυνόμενα από γενικές ιδεολογικές αντιλήψεις γιά τον κόσμο. Ο ουτοπικός χώρος, είναι ταυτόχρονα συμβολικός και περιγραφικός. Η ιδεαλιστική αφαίρεση που τον χαρακτηρίζει γίνεται βάση γιά την δημιουργία ενός φορμαλιστικού σύμπαντος στο οποίο το μοντέλο ερχεται να υποκαταστήσει την ανάλυση. Κι ενώ το σύμπαν αυτό είναι εξιδανικευμένο, το μοντέλο καταξιώνεται μέσα από τον απλοϊκό εμπειρισμό ιδεολογικών σχέσων 'υποκειμένου-αντικειμένου' δεδομένων της εκάστοτε εποχής..' Necdet Teymur [1]
Το παρόν άρθρο [*] γιά την ψηφιακή τεχνολογία (ΨΤ) και την εικονική ('δυνητική') πραγματικότητα (ΕΠ, ΕΔΠ) στην αρχιτεκτονική γίνεται σε μιά διεθνή συγκυρία, όπου η διεκδίκηση του πραγματικού γίνεται ολοένα και πιό πιεστική. Ο καφές χωρίς καφεϊνη, η μπύρα χωρίς αλκοόλ, (ο πόλεμος χωρίς θύματα!), ο άλλος χωρίς ετερότητα, [2], η (εικονική) πραγματικότητα χωρίς πραγματικό', και στην περιπτωσή μας η 'τοπολογική αρχιτεκτονική' χωρίς τόπο, είναι μερικά από μιά σειρά προϊόντων που (απευθυνόμενα στον νέο ιδεώδη χρήστη), στερούνται τις κακοήθεις ιδιότητές τους που περιζήτητες πλέον γίνονται πόλος επιθυμίας και πιθανά νέου πολιτικού αιτήματος.
Στην αρχιτεκτονικό θεωρητισμό γύρω από την ΕΔΠ και γενικά την ψηφιακή αναπαράσταση του χώρου κεντρική είναι η έννοια 'virtuality' (αποδίδεται ως 'δυνητική πραγματικότητα') [3], έννοια που αναπόφευκτα εμπλέκει ψυχαναλυτικούς όρους, θετικιστικά, άρα άστοχα. Ήδη το φαντασιακό ή το πέραν της αρχής της πραγματικότητας (Lacan), παρερμηνεύονται ως φιλοσοφικά προτάγματα (Deleuze), αλλά και ως 'ενδεχομενικότητα', 'πεδιο', 'ενσωμάτωση του άλλου', 'χωρίς όρια ή ουτοπική' πραγματικότητα', ενώ η αρχιτεκτονική αντιμετωπίζεται όχι ως προβληματική (κριτική, έρευνα, τεχνική) αλλά ως 'μεταφυσική της παρουσίας' [4]. Ομοίως, η έννοια 'virtual', δανεισμένη από το στάδιο του καθρέφτη [5α], από αδρανής εικονική πραγματικότητα ειδώλου (υπεύθυνη γιά την ναρκισσιστική συγκρότηση του εγώ ως αυτοπροσδιοριζόμενο παντοδύναμο και ιδεώδες) γίνεται φιλοσοφικό πλαίσιο μιάς 'ευφάνταστης', 'εν δυνάμει', φιλελεύθερης οπτικής συνείδησης με Καντιανές προεκτάσεις. Έτσι αποκλείεται η προβληματική της αληθοφάνειας του αρχικού ψυχαναλυτικού όρου, που, έξω από κάθε έννοια φαντασίας η προσομοίωσης, υποδηλώνει μιά αρχέγονη/δομική εικονική πλάνη όπου το πραγματικό εισάγεται ως απωθημένη, και ετερογενής συνθήκη, κάθε άλλο παρά δυνητική), θεμελιώνοντας έτσι τον (δομικό) διχασμό του υποκειμένου.
Στα ίδια πλαίσια, η έννοια 'κυβερνοχώρος' συχνά χρησιμοποιείται αποκομμένα από την αρχική της θεμελίωση. Ας θυμηθούμε πως ο βασικός στόχος της κυβερνητικής δεν είναι τα γεγονότα ούτε η σημασία τους, αλλά η πληροφορία γι αυτά. Ο χώρος, εάν στην αναλογική προσέγγιση είναι βιωματικό γεγονός, ενέργεια και επικοινωνιακός τρόπος, στην κυβερνητική και γενικά στην ψηφιοποίηση ορίζεται ως πληροφορία και μετα-επικοινωνιακό, μη βιωματικό πεδίο. Η πληρότητα του πραγματικού αντικαθίσταται από την πληροφορία για το πραγματικό, η διαφορά αντικαθίσταται από την διακριτότητα, το 'σχεδόν' / 'λίγο-πολύ' της αντιληπτικής αναλογικής πραγματικότητας αντικαθίσταται από το 'είτε-είτε' μιάς διπολικής/πολωμένης αναπαραστασιακής συνθήκης 'αποδεκτού - μη αποδεκτού' (on-off, 0-1) με σκοπό τον καθορισμό της ταυτότητας διακριτών στοιχείων [6α]. Ο κυβερνοχώρος ορίζει έναν οχι ενεργό, αληθοφανή, αναστρέψιμο και ανάδρομο χώρο (όπως πχ. στα βιντεοπαιχνίδια) που αντί να τον επισκεφτούμε εμείς (-ενεργά υποκείμενα), έρχεται αυτός προς εμάς (-ανήμπορα υποκείμενα) όπως όταν φωνάζει κανείς τον σκύλο του [7]. Ο παραλληλισμός μεταξύ κυβερνοχώρου και του αστικού χώρου των σύγχρονων μεγάλων μητροπολιτικών συγκεντρώσεων ή και αποσυνθέσεων (παραλληλισμός που έρχεται εξ' άλλου και ως δικαίωση της νέας αυτής αστικής συνθήκης), έρχεται να αντικαταστήση την έννοια του πραγματικού τόπου από αυτές του 'δικτύου' και του 'διαγράμματος', προτάσσοντας θα λέγαμε ένα είδος 'γεωγραφικής εξαϋλωσης' [8]. Φυσικά ο πραγματικός χώρος δεν χάνεται ούτε οθονοποιείται. Απλά περιορίζεται απο τις δυνατότητες του συγκεκριμμένου μέσου-μηνύματος που τον αναπαριστά (όσο μεγαλεπίβολο και ολιστικό και εάν είναι αυτό το μέσο) και τελικά από εν δυνάμει εργαλείο γίνεται ο ίδιος μέσον.
|
|
|
|
Η οντολογική θεώρηση της εικονικότητας / δυνητικότητας, ως 'νέα συνείδηση' του 'νέου μέσου'[9], ταυτότητα του 'νέου ανθρώπου'[10] κλπ, αντανακλά τον τρέχοντα ιστορικισμό που ανδρώνεται (και πάλι) με εξωαρχιτεκτονικά, κυρίως τηλεοπτικά και λογοτεχνικά, κριτήρια [11] ' μία συνεπής Καντιανή προσέγγιση όπου ακόμα μία φορά η αρχιτεκτονική αδυνατεί να προσδιορίσει με ίδια μέσα το υποκείμενο της (όσο για το αντικείμενό της'). Στα πλαίσια αυτής της απο-ϋλοποίησης του χώρου το Ιδεώδες Εγώ [12] της ΕΔΠ παρουσιάζεται ως 'ευφάνταστο', 'παντοδύναμο', 'πανθορόν', 'χωρίς όρια', 'ανοικτό', 'αναστρέψιμο', 'άϋλο',[3],[10] και προ πάντων χωρίς συμπτώματα ', καθαρό-πιά από κάθε άμεση σχέση με το πραγματικό. Σε αυτή την επικράτηση της 'φαντασίας' βλέπει κανείς και το τέλος του υποθέτοντος υποκειμένου, το τέλος της υπόθεσης εργασίας άρα και της διαδικασίας γνώσης. Το ψυχοπαθολογικό σύμπτωμα (παραίσθηση) γίνεται φιλοσοφική άποψη και σε συνδυασμό με την ναρκισσιστική ταύτιση του υποκειμένου με τη νέα τεχνολογία ουσιαστικά αποεργαλειοποιεί αυτή την τεχνολογία, μετατρέποντάς την σε απλό μέσο εξυπηρέτησης αόριστων (εικονικών, δυνητικών) 'νέων αναγκών'. Η εξιδανίκευση του μέλλοντος (φουτουρισμός, ουτοπία) απέχει από το πραγματικό όσο και η εξιδανίκευση του παρελθόντος και της μνήμης (μεταμοντερνισμός), δυο αρχιτεκτονικές ιδεολογίες που αποτελούν τις όψεις του ίδιου νομίσματος. Αξιοσημείωτο είναι πως η τάση της 'τοπολογικής αρχιτεκτονικής' αδυνατεί να συγκροτήσει θεωρία ή τεχνοτροπία [13], ενώ η πολυπροβαλλόμενη ενσωμάτωση του 'χρόνου' και των 'ν' εκθετικών διαστάσεων στις νέες 'τοπολογικές' προτάσεις δεν κατορθώνει να ξεφύγει από την κλασσική διαισθητική τοπολογία (Leibniz) και την πολυκεντρική γεωμετρία κατά βάση Καρτεσιανή (και αντι-Ευκλείδια, όμως η ανατροπή της Ευκλείδιας γεωμετρίας δεν συντελείται με την άρνησή της), δηλαδή εξωτερικές θεωρήσεις του χώρου που έχουν ως επίκεντρο (τώρα) τον κινούμενο (παλαιότερα στατικό) παρατηρητή [14]. Αν όμως αποτολμά κανείς μία κριτική προς την Ευκλείδια γεωμετρία αυτή πρέπει να γίνει όχι στο γεγονός ότι αυτή δομείται σε ένα περιορισμένο αριθμό αντιληπτικών διαστάσεων, αλλά στο ότι βασίζεται σε μία κατ'εξοχήν οπτική και μη βιωματική αφαίρεση, υποδηλώνοντας έτσι 'μία αλήθεια γιά το χώρο' και όχι έναν αληθινό χώρο [15].
Είναι αλήθεια πως η ΕΔΠ σε συνδυασμό με τις εξελίξεις της Τεχνητής Νοημοσύνης (ΤΝ) μας προσκαλούν στον κόσμο των μορφών, ή ακόμα και σε θεωρήσεις όπως αυτή της ενοποίησης μεταξύ νου και σώματος κλπ [16]. Αλλά, όσο η νέα τεχνολογία χρησιμοποιείται ως μέσο και όχι ως εργαλείο, (κάτι που συμβαίνει εξ' άλλου και σε 'παλαιότερα' εργαλεία, πχ σκίτσο, μακέτα, κολάζ κλπ όταν εγκλωβιζονται στην δικη τους εικονικοτητα/δυνητικοτητα) οι προτεινόμενες (προ-'υπολογιστικές) συνθετικές μορφές παραμένουν αδρανείς αναπαραστάσεις και ψυχολογισμοί (behaviourism) που σύντομα ακυρώνονται απο το ενεργό πραγματικό της αρχιτεκτονικής σύνθεσης/κατασκευής (διαλεκτική του πραγματικού), αλλά και την εικαστικότητα της τέχνης, (αν την θεωρήσει κανείς ως φορέα και υπενθύμιση του πραγματικού [17]. 'λλωστε η φαντασία στην τέχνη, όπως και στα όνειρα, συνδέεται άμεσα με την σημαντική του πραγματικού, και κάθε άλλο παρά υπερβατικό στοιχείο είναι. Όμως ως 'πιστά/αυτόματα' υποκατάστατα του πραγματικού, τα νέα μέσα, απωθούν το πραγματικό ολοκληρωτικά, και αναπόφευκτα γίνονται φορείς συμπτωμάτων. Η θεωρία/πρακτική της αναμόρφωσης (Α)[18] ερευνά κάτω από την απώθηση αυτή, και ως σύμπτωμα πλέον, έναν άλλο, μη διαισθητικό, μορφικό λογισμό [14],[19]. Κάτω από τον νεο φιλελεύθερο φορμαλισμό, και την νέα μαθηματική αναλογία, ερευνά το ίδιο το μάθημα των μορφών[14]. Κάτω απο τον πρωτογονισμό [6β] των απλοϊκών, και χωρικά ελάχιστων, παραδοχών της ΤΝ, εισηγείται την συνθετότητα/διαλεκτική του απλού και του συγκεκριμμένου (συνθετότητα ήδη γνωστή στην δομική ανθρωπολογία (L.Strauss) και την ψυχανάλυση (J.Lacan). Κάτω από την ελάχιστη σημαινόμενη σκέψη της ΤΝ, ερευνά την απερισκεψία των μορφών, μια ασυναίσθητη, σημαίνουσα, σκέψη (άλλωστε η ελαχιστοποίηση του σημαινόμενου (ΤΝ) δεν αποτελεί προσέγγιση του σημαίνοντος, μάλλον απομακρύνεται από αυτό). Κάτω απο την διαισθητική κατα βάση οπτική πολυκεντρική τοπολογία ερευνά μίαν άλλη αντίρροπη, εκ-κεντρική τοπολογία με δομή υπερεμπειρική. [14][19]. Κάτω από τον αυτοματισμό της 'εντολής', έναν άλλο αυτοματισμό, αυτόν της μορφικής αυτοδήλωσης. Κάτω απο το 'timing' του εγώ και την ατομοκεντρική έννοια του χρόνου (συγχρονική ή διαχρονική), το real time anywhere και την απο-τοπο-ποίηση που εισάγει η κυβερνητική ιδεογραφία/ινφογραφία'[7], ερευνά εναν αλλο λογικό χρόνο που σχετιζεται αμεσα με το χωρικό βίωμα - χρόνο περισσότερο ποιοτικό/ποιητικό παρά ποσοτικό [5β] [14].
|
|
|
|
|
Κριτικά στην 'τεχνητή νοημοσύνη', η Α ερευνά και αξιοποιεί την νοημοσύνη του τεχνήματος - μία ενυπάρχουσα μορφική νοημοσύνη, έναν άλλο τρόπο ψηφιοποίησης ίσως (θεση που αναπτύσσεται στη θεωρια του Ν.Γεωργιάδη) [18]. Στην ιδεώδη, 'τελειοποιημένη μορφή', αληθοφάνεια που απευθύνεται στον αποδέκτη (βλ. το παράδειγμα της ζωγραφικής του Ζευξιδος), αντιτείνει την προβληματική της συντελεσμένης μορφής [18], χωρική τεχνική που απευθύνεται στον δημιουργό (βλ. το παράδειγμα της ζωγραφικής του Παρράσιου... σύμφωνα με τον αρχαίο μύθο στο ζωγραφικό διαγωνισμό μεταξύ Ζεύξιδος και Παρράσιου, ο Ζεύξις ζωγράφισε σταφύλια με τρόπο τόσο τέλειο και αληθοφανή που ξεγέλασε τα πουλιά που έπεφταν με ορμή επάνω στον πίνακα για να τα φάνε. Σε απάντηση, ο Παρράσιος ζωγράφισε ένα πέπλο τέτοιας φυσικότητας και σαν τέτοιο χωρίς ιδιαίτερο κεντρικό ενδιαφέρον, ώστε ξεγέλασε και τον ίδιο το Ζεύξι, ο οποίος προσπάθησε να τραβήξει το ζωγραφισμένο ύφασμα για να δει τι επιτέλους έχει ζωγραφίσει ο αντίζηλός του πίσω από αυτό). Η προβληματική της συντελεσμένης μορφής απεγκλωβίζει την συνθετική διαδικασία από την μονοσήμαντη τελειομανή απεικόνιση σχεδιαστικών φαντασιώσεων μέσα στα στενά πλαίσια ενός και μόνου μέσου, και την ανοίγει προς μία διευρυμμένη διαχείρηση των μορφών που συνδυάζει παλαιά και νέα εργαλεία με άξονα το πραγματικό - ενός πραγματικού που επιστρέφει μέσα από τον ενεργό τρόπο χρήσης αυτών των εργαλείων της σύνθεσης με τελικό στόχο την αρχιτεκτονική κατασκευή [20]. Θέση της Α είναι πως αυτή τη διαχείριση μπορεί να κάνει η ίδια η αρχιτεκτονική πράξη η οποία έτσι αναλαμβάνει να παίξει ένα κατ' εξοχήν θεωρητικό ρόλο (πρέπει να πούμε πως αυτός ο α-συνείδητος θεωρητικός λόγος παρ΄όλο που ενεργοποιείται συνέχεια και σε όλο το φάσμα της αρχιτεκτονικής πραγματικότητας, αγνοείται συστηματικά από τον τρέχοντα ακαδημαϊκό λόγο και το αντίστοιχο παρωχημένο μοτίβο του διαχωρισμού μεταξυ 'θεωρίας' και 'πράξης').
Πέρα από τον ναρκισσισμό της αληθοφάνειας, η Α κατανοεί την ΕΠ οχι ως μέσον, αυτοσκοπό ή κλειστό σύστημα αναφοράς /πλοήγησης αλλά ως ένα εργαλείο ανάμεσα στα άλλα ' κάτι που γίνεται μέσα από την πραγματική χρήση του, μία χρήση περιοριστική και περιορισμένη, εις πέρας φέρουσα και πεπερασμένη (αυτό άλλωστε διαφοροποιεί το εργαλείο από το μέσο), χρήση ασυναίσθητη και απερίσκεπτη [21], σημαίνουσα παρά σημαινόμενη, Προγράμματα του Η/Υ (2D, 3D απεικόνισεις, modelers, επεξεργασία εικόνων κ.α.), φυσικά προπλάσματα, σχέδια, κείμενα κλπ, εντάσσονται από κοινού σε μιά λογική επεξεργασίας της αρχιτεκτονικής πρότασης με στόχο α) την επιτάχυνση της σύνθεσης και β) την κατασκευαστική τεκμηρίωση (προτυποποίηση, άμεσα μετρήσιμη κατασκευή, συντεταγμένες κλπ).
Η Α κατανοεί την ψηφιακή τεχνολογία όχι ως μία υπερπραγματική, φαντασιακή συνθήκη αλλά ως εργαλείο που προσφέρει την ταχύτερη επίγνωση και ανακύκλωση του πραγματικού ως δια-εργαλειακή διαδικασία (interface), επαναπροσδιορίζοντας έτσι τον ρόλο και των παλαιότερων εργαλείων (σκίτσο, μακέτα, σχέδιο...), που έτσι καλούνται να συμμετέχουν ενεργά, πέραν της δικής τους εικονικής/δυνητικής αυτοαναφοράς. Γιά παράδειγμα μία απλή φωτογραφία ή ένα σκίτσο είναι ικανά, μέσα από την ψηφιοποίησή τους, να τροφοδοτήσουν άμεσα και ενεργά την τρισδιάστατη προσέγγιση της αρχιτεκτονικής σύνθεσης, παρακάμπτοντας έτσι μία χρονοβόρα συνθετική τρισδιάστατη απεικόνηση απο ενα 3D πρόγραμμα.
Μέσω της ΨΤ το πραγματικό μπορεί, από τελικό εξιδανικευμένο προϊόν, να μετατραπεί σε εργαλείο σύνθεσης, σε πρώτη ύλη και ποιητικό αίτιο για τον σχεδιασμό της πραγματικότητας όπου το πραγματικό καλείται να συνθέσει το πραγματικό, αλλάζοντας έτσι ριζικά τον αρχιτεκτονικό σχεδιασμό. Και αυτό είναι κάτι που οι αρχιτέκτονες οφείλουν να παίρνουν σοβαρά υπ όψη, για δύο λόγους: α) γιατί ενεργοποιεί άμεσα την ενόραση στη δημιουργική διαδικασία, απομυθοποιώντας την, και οδηγώντας την πέρα από το μύθο του ευφυιούς, εμπνευσμένου και ευφάνταστου αρχιτέκτονα (genius) και β) γιατί με αυτόν τον τρόπο μας αποκαλύπτει περισσότερο πραγματικό, δηλαδή στιγμιότυπα και συνθήκες πραγματικού που κάθε αρχιτέκτονας - αν θέλει να είναι δημιουργός και όχι απλός αποδέκτης - όχι μόνο δεν μπορεί να αγνοεί αλλα οφείλει να χρησιμοποιεί στη συνθεσή του.
Μία σημαντική εφαρμογή της ΕΠ είναι αυτή που αφορά στην ανασύνθεση της πραγματικότητας σε σχέση με την πολιτιστική κληρονομιά, και ειδικότερα στη ψηφιακή αποκατάσταση μνημειακών χώρων (βλ για παράδειγμα το έργο που εκπονείται από το εργαστήριο του ΙΜΕ τα τελευταία χρόνια). Εδώ βρίσκεται κανείς μπροστά σε μία διαδικασία ενεργής αρχαιολογίας που προηγείται της μουσειολογίας τόσο χρονικά όσο και εννοιακά. Και έχει σχέση με τον τρόπο εύρεσης της πραγματικότητας παρα έκθεσης της πραγματικότητας, με τον τρόπο αναπαράστασης του πραγματικού απο το πραγματικό, με το πραγματικό ως συνθέτον και ανασυντιθέμενο, δηλαδή με το πραγματικό ως πράξη παρά ως αποδοχή ή εκτίμηση. Ζητούμενα εδώ είναι η ακριβής προσέγγιση των υλικών, των υφών, των φωτιστικών συνθηκών,' και φυσικά των ίδιων των χώρων. Στις προκύπτουσες κατασκευές εικονικής πραγματικότητας βασικός στόχος είναι η αποφυγή των μη-πραγματικών ('φανταστικών' κλπ) σημείων όρασης και πλοηγήσεων, κατι που αναπόφευκτα απομακρύνει το όλο εγχείρημα από τη λογική των video-/cyber-games όπου συνήθως ο θεατής δεν έχει αναφορά σε πραγματικό τόπο, συχνά υπερίπταται, αυτοεξαφανίζεται κλπ.
Η ψηφιοποίηση λοιπόν χρησιμοποιείται από τους αρχιτέκτονες της Αναμόρφωσης ως μέσο επιστροφής και επανατροφοδότησης του πραγματικού από τον ίδιο του τον εαυτό. Σε αυτό το πλαίσιο η αληθοφάνεια της ΕΠ χρησιμοποιείται ως δυνατότητα ταχείας εισαγωγής του πραγματικού (ήδη σε αρχικά στάδια του σχεδιασμού) ως συντελεσμένο γεγονός παρά εξιδανικευμένο αποτέλεσμα, ως ενόραση παρά φωτορεαλισμό, ως ενεργό αποτέλεσμα, παρά πορεία προς το αποτέλεσμα. Εδώ θα λέγαμε πως η χρήση των ψηφιακών προγραμμάτων γίνεται 'από το τέλος προς την αρχή': αξιοποιούνται γρήγορες 3D προσεγγίσεις, προσομοιώσεις, φωτογραφικές συνθέσεις, πολλαπλά πραγματικά σημεία παρατήρησης, πολλαπλές αλληλεπιθέσεις πραγματικού (ένα είδος εξελιγμένου ενεργού κολάζ), και βασικά η δυνατότητα ταυτόχρονων επεξεργασιών της σύνθεσης (λειτουργικό, κλίμακα, υλικά, φωτισμός, γραφιστική, κίνηση μέσα στο χώρο (συνθετικά), εισαγωγή εικαστικών στοιχείων, αναμορφικών στοιχείων' ακόμη και θορύβου (κάτι που η κλασσική λογική ΨΤ δεν αποδέχεται). Όλες αυτές είναι ενεργές επεξεργασίες που αλληλοπληροφορούνται άμεσα - μια σχεδιαστική αμεσότητα/ταχύτητα, αντίρροπη στην έννοια της ανοικτής δυνητικής σύνθεσης.
Τα ψηφιακά προγράμματα, δουλεύονται ως πραγματικά/φυσικά (non-immersive) εργαλεία, συμπληρωματικά μεταξύ τους, προς αποφυγή μονοσήμαντων (μονοπρογραμματικών) κωδικοποιήσεων του χώρου. Έτσι αποκαλύπτονται και οι φυσικές αδυναμίες /όρια των προγραμμάτων και προκύπτουν ιδέες για νέα interfaces (χρήσιμη γνώση για την επανακατασκευή του λογισμικού). Ας σκεφτούμε άλλωστε πως η ψηφιοποίηση, ως παρατήρηση/μέτρηση της αναλογικής πραγματικότητας, αποδίδει μία πραγματικότητα δέσμια της μεθόδου παρατήρησης που υιοθετείται (Heisenberg).
Θάλεγε κανείς πως η συνθήκη του τελειοποιημένου αναβάλλει την πραγματικότητα, ενώ αυτή του συντελεσμένου την επιταχύνει. Από την άλλη πλευρά, δουλεύοντας κανείς με άξονα το συντελεσμένο και την ταχύτητα του σχεδιασμού με βάση το πραγματικό, αναγνωρίζει μία εντελώς διαφορετική προβληματική του χρόνου. Εδώ ο χρόνος δέν επενδύεται για να τελειοποιηθεί το αποτέλεσμα, αλλά αντίθετα είναι συνυφασμένος με τη λογική του αυτόματου, μία λογική περισσότερο τοπική (και λιγότερο τελεολογική) που αναπτύσσεται αντίρροπα και κριτικά προς αυτή του συμβατικού, συμβολικού χρόνου. 'λλωστε ο εγκλωβισμός του σχεδιαστή στη λογική ενός και μόνο προγράμματος-μέσου (και γενικότερα σε ένα πλαίσιο επιλεγμένων προγράμματων με στόχο την τελειοποίηση) δεν αποφεύγει τον κλασσικό γραμμικό χειρισμό του χρόνου (παρ' όλο ότι συνήθως ΤΝ και ΕΠ διατείνονται το αντίθετο). Ας μην ξεχνάμε πως η αίσθηση του χρόνου συνδέεται πάντα με την αντίληψη που έχουμε για την τέλεση του πραγματικού, μια αίσθηση - άλλοτε αργή, άλλοτε γρήγορη - που σπάνια συμπίπτει με τον γραμμικό χρόνο και την οποιαδήποτε 'εκθετική' εννοιολόγηση/θεώρηση της αρχιτεκτονικής σύνθεσης. Και είναι αυτή ακριβώς η αίσθηση που η πρακτική της Αναμόρφωσης αποπειράται να συμπεριλάβει σ' αυτή καθαυτή την διαδικασία της σύνθεσης / δημιουργίας (σε αντιδιαστολή προς την διαδικασία της εκ των υστέρων αποδοχής).
Η ταυτόχρονη, πολλαπλή και ταχεία επεξεργασία/βίωση της σύνθεσης μέσα από την εκ-κεντρική, α-συνείδητη μορφική χρήση των προγραμμάτων και των άλλων εργαλείων, παραπέμπει στον τρόπο και χρόνο βίωσης της ίδιας της αρχιτεκτονικής εμπειρίας. Έτσι αναδεικνύει εναν αδιάστατο χώρο, δυναμικό-πραγματικό, δεκτικό προς τις νέες τεχνολογίες, αλλά αρκετά διαφορετικό από το δυνητικό πολυδιάστατο πεδίο της 'τοπολογικής' αρχιτεκτονικής.
|
|
|
 |
Σημειώσεις
[1] Teymur Necdet,1982, Environmental Discourse, Question Press, London, σ. 105-106
[2] Zizek Slavoj, 2003, Καλωσορίσατε στην έρημο του πραγματικού, Scripta, Αθήνα, σ. 20-21.
[3] Ψηφιακές Τοπογραφίες, έκθεση και έκδοση: Παπαδημητρίου Σπύρος επιμελ., 2005, Futura, Αθηνα.
[4] Grosz Elisabeth (Eisenman P. forward), 2001, Architecture From the Outside, Essays on Virtual and Real Space, MIT, Mass, σ. xiii, 23, 89, κα.
[5] Lacan Jacques, 2006, Ecrits, Norton, NY. [α] σ.75-81, [β] σ.161-175
[6] Wilden Anthony, 1972, System and Structure, Tavistock, London [α] σ. 31-2, 141, 159, 171, 216-7, [β] σ.155
[7] Virilio Paul, 1998, The Virilio Reader, Blackwell, Oxford, σ.157-164.
[8] M.Christine Boyer, Cybercities 1996, σ.14-15, στο Soja Edward, Postmetropolis, Blackwell, Oxford. σ.337.
[9] Quinn Malcolm (2003), Don't Blame the Tools, Blueprint magazine No 204, February 2003, pp.42-44.
[10] ¶ϋλος Κοσμος, έκθεση και μανιφέστο, Φούρνος / Highlights, 11-12 Δεκεμβριου 2004
[11] ¶λλωστε ο όρος 'cyberspace', πρωτοεισάγεται στο Neuromancer του William Gibson 1984.
[12] Laplanche J. Pontalis J-B, 1986, Λεξιλόγιο της Ψυχανάλυσης, Κέδρος, Αθήνα, σ. 62-3.
[13] Di Cristina Giuseppa, 2001, The Topological Tendency in Architecture, στο Emmer Michele, 2004, Mathland, From Flatland to Hypersurfaces, Birkh'user, Basel, σ.80-81
[14] Georgiadis Nikos, 2007, Topology and Historic Space, στο Emmer Michele ed, 2007, Matematica e cultura 2007, Springer, Milan.
[15] Lefebvre Henri 1991 (1974), The Production of Space, Blackwell, Oxford, σ. 296, 299.
[16] McDermott Drew, 2001, Mind and Mechanism, MIT Press, Mass, London.
[17] Foster Hal,1996, The Return of the Real, MIT Press, Mass,
[18] Αναμόρφωσις: αρχιτεκτονικη θεωρία και πρακτική, θεωρία υποστηριζόμενη από τον Ν.Γεωργιαδη με άξονα τη οργανική σχέση μεταξύ αρχιτεκτονικής και ψυχανάλυσης. Έχει παρουσιαστεί σε διαλέξεις, δημοσιεύσεις, σε Ελλαδα και Εξωτερικο. Αναμόρφωσις-Αρχιτέκτονες: Ν.Γεωργιάδης, Κ.Κακογιάννης, Τ.Μαμαλάκη, Β.Ζητωνούλης, βλ και www. anamorphosis-architects.com.
[19] Milner Jean-Claude, 2005 (1995), Το κρυστάλλινο έργο, Ο Λακάν η επιστήμη, η φιλοσοφία, Κέδρος, Αθήνα, σ. 77-187, 203, 210-211.
[20] Η έννοια της αρχιτεκτονικής κατασκευής εισάγεται εδώ σε κριτική αντιδιαστολή προς την έννοια της 'κατασκευής΄ του Piaget, και τον κονστρουκτιβιστικό χαρακτήρα της τελευταίας.
[21]. Για την έννοια του απερίσκεπτου βλ. Lacan Jacques 1998 (1975) Seminar SXX, On Feminine Sexuality / The Limits of Love and Knowledge, Norton, New York, σ. 20.
[*] Το παρόν άρθρο αποτελεί εκτενέστερη μορφή του ομότιτλου άρθρου που δημοσιεύεται στο περιοδικό ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΕΣ/ΣΑΔΑΣ Τεύχος Νο 60, Νοέμβριος / Δεκέμβριος 2006. Μέρος του περιεχομένου του αποτελεί συνπύκνωση των δύο ομότιτλων σεμιναρίων που δόθηκαν από τους Ν.Γεωργιάδη και Β.Ζητωνούλη στα πλαίσια του ευρύτερου κύκλου σεμιναρίων με τίτλο: Η χρήση της ψηφιακής τεχνολογίας για την ανάδειξη της πολιτιστικής πληροφορίας, οργάνωση: Ίδρυμα Mείζονος Eλληνισμού (Ι.Μ.Ε.), 2 Φεβρουαριου και 23 Νοεμβρίου 2005. Τα δύο αυτά σεμινάρια περιελάμβαναν ανάλυση του θεωρητικού πλαισίου (ΝΓ) καθως και παρουσίαση συγκεκριμμένων έργων και ψηφιακών συνθέσεων της Anamorphosis-Αρχιτέκτονες.
|
|